Στο τέλος πάντα υπάρχει χρόνος, επειδή ο χρόνος δεν υπάρχει.






Όλα όσα θα παραθέσω είναι σχετικά με τη δύναμη και την ικανότητα που έχει κάποιος να επανέρχεται στο δρόμο του, ωστόσο.....

Οι προσδοκίες είναι επικίνδυνες γιατί μπορεί να ανατραπούν, κι αυτό παρόλο που είναι φυσικό σε μια πορεία, μπορεί να απογοητεύσει τον άνθρωπο και να τον αποσυντονίσει. Ακόμη κι οι μεγάλες θετικές προσδοκίες μπορεί να γίνουν παγίδα. Ο δρόμος προς το όνειρο μπορεί να κρύβει εμπόδια, αλλά όλα μπορούν να ξεπεραστούν.... μια προσδοκία όμως αν δεν επαληθευθεί δημιουργεί αρνητικό συναίσθημα που σημαίνει χαμηλή δόνηση.

Η ελπίδα εμπεριέχει ασυναίσθητα απόγνωση κι απελπισία, παρόλο που εν αρχή είναι θετική προσδοκία μπορεί να κρύβει εσωτερικά συγκρουόμενα συναισθήματα κι επίσης πολλές φορές η ελπίδα εναποθέτει σε κάτι έξω από εμάς την επίτευξη του σκοπού μας. Ελπίζω! Σε τι; Σε ποιον; Άλλο ελπίζω κι άλλο πιστεύω σε Μένα!

Η αναπόληση ενέχει νοσταλγία και μελαγχολία, δυο παράγοντες χαμηλών δονήσεων διότι ακόμη κι αν η μνήμη ανασύρει θετικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος θα το κάνει σε συνδυασμό με την παρούσα έλλειψη αυτών. Με λίγα λόγια η απουσία τους θα γίνει έντονη κι αυτό από μόνο του δεν είναι ωφέλιμο. Αν μπορείς να αποστάξεις μόνο τη χαρά του χθες , κάντο! Αν όχι , μείνε μακριά!
Η ονειροπόληση, από την άλλη, είναι μια αφελής περιπλάνηση σε υποτιθέμενα μελλοντικά σενάρια αλλά χύδην μίγδην κι όχι με σχέδιο οργανωμένο εν είδη δημιουργικού οραματισμού. Η ονειροπόληση κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι συνώνυμο του ύπνου, ή του θανάτου. Τελικά σημαίνει απουσία από το παρόν.


///////////////////////////////////////////////////////////


Έχεις ένα όνειρο; Μείνε σταθερά εστιασμένος με όλη σου τη δύναμη σ’ αυτό. Συγκέντρωσε κάθε σκέψη σου πάνω του. Πίστεψε στον Εαυτό σου ότι μπορείς κι έχεις κάθε δικαίωμα να το πετύχεις.
Κατόπιν εργάσου πάνω σ’ αυτό, σταθερά και μεθοδικά, απερίσπαστος από κάθε εξωτερικό ερέθισμα. Μη σκέφτεσαι τον χρόνο, ταξίδεψε μέσα στη δράση του έργου σου, αφέσου στη ροή που έχεις ενεργοποιήσει.
Γνωρίζω ότι οι περιβαλλοντικές συνθήκες έχουν τον τρόπο να παρενοχλούν τις σκέψεις, αλλά κάνε μια νοητική παρένθεση, όσο πιο μεγάλη μπορείς, για να μείνεις προσηλωμένος στον στόχο. Εδώ ταιριάζει η ρήση: Μη μου τους κύκλους τάραττε ή Ύπαγε οπίσω μου σατανά.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι: Οι εξωτερικοί παράγοντες είναι αποτελέσματα δράσεων του παρελθόντος, Τώρα όμως χτίζουμε ένα διαφορετικό μέλλον, πως μπορείς να χτίζεις κάτι και ταυτόχρονα να αποπροσανατολίζεσαι από κάθε ενοχλητικό ερέθισμα; Δε καταλαβαίνεις ότι η προσοχή σου αποσπάται και διαμοιράζεται; Που είναι η συνείδηση σου την ώρα που δημιουργείς;
 Αν όχι σ’ αυτό που δημιουργείς τότε θα δημιουργήσεις αυτό στο οποίο βρίσκεται η συνείδηση σου. Που έχεις εναποθέσει την προσοχή σου; Τι σου λένε τα συναισθήματα σου;
Μείνε προσηλωμένος πάση θυσία στον σκοπό σου. Ας καταρρέει το σύμπαν ολάκερο γύρω σου, μη σε νοιάζει, θα προλάβεις. Στο τέλος πάντα υπάρχει χρόνος, επειδή ο χρόνος δεν υπάρχει.


////////////////////////////////////////////////////////////////
υ.γ. δεν ειναι δικό μου αλλα δεν εχω και το λινκ 

Παράξενα απόψε με κοιτάζεις.

Ένα τραγούδι …ένα ελληνικό τραγούδι μπορεί να το έχεις ακούσει έμμεσα για πρώτη φορά επειδή το άκουγαν οι γονείς σου. Δεν ήταν δική σου επιλογή, δεν σε ξενέρωνε αλλά δεν είχες ενδιαφερθεί. Ήρθε στ αυτιά σου μόνο του.
Το τραγούδι αυτό ανήκε στην κατηγορία τραγούδια του Τσιτσάνη και δεν το θυμόμουν μέχρι προχτές που το άκουσα σε μια σύγχρονη διασκευή  από την Σαββέρια Μαργιολά. 
Μου άρεσε η διασκευή το τραγούδι οι στίχοι το άκουσα καλά. Το έψαξα και στην πρώτη εκτέλεση από την Πολύ Πάνου και από άλλες ενδιάμεσες εκτελέσεις χωρίς διασκευή  ή λίγο πειραγμένες στην ενορχήστρωση. 
Η πρώτη ήταν η καλύτερη (καθαρότερη φωνή με μεγαλύτερο εύρος) μα η τελευταία μου μίλαγε περισσότερο ..έδινε  νόημα στους στίχους …όριζε την εκφορά της έκφρασης ας πούμε …την έφερνε στα μέτρα μου. Έκανε τους στίχους δικούς μου.

Πεντηκονταετία την πεντηκονταετία ο τρόπος που σημαίνονται οι λέξεις από τον εκτελεστή (πρέπει ν αλλάζει) για να συγχρονίζεται με τα αυτιά του παραλήπτη,  τον ρυθμό ζώης και τις ακουστικές του ευκολίες. Αλλιώς οι ίδιες λέξεις αντηχούν αλλιώς. Το νόημα παίρνει διάσταση άλλης εποχής, άλλων αξιών, άλλου κοινωνικού περιβάλλοντος.

Στην πρώτη λέξη του τραγουδιού...τη λέξη "παράξενα" και την εκφορά της κρύβεται αν οχι η απόδειξη,  τουλάχιστον ο ισχυρισμός μου. 




Παράξενα πράγματα







Τα κάναμε σαλάτα



Και μια σκέτη ντομάτα μπορεί να μεταμορφωθεί σε γευστική εμπειρία, αν σταθείς στην τελική λεπτομέρεια που κάνει όλη τη διαφορά: μαρινάρισμα το λένε οι σεφ. Εσύ πες το σος, βινεγκρέτ, λαδολέμονο, δυό-τρεις κόκκοι θαλασσινό αλάτι, μια λεπτή γραμμή αρωματικό αγουρέλαιο. Ισορροπία.


Για να πετύχεις την τέλεια πράσινη

Η πράσινη και οποιαδήποτε σαλάτα με μιξτ πρασινάδες του τύπου λόλα πράσινη και κόκκινη, γαλλικό μαρούλι, βαλεριάνα, άισμπεργκ και τα συναφή, την κόβεις τελευταία στιγμή σε μεγάλα κομμάτια και την στραγγίζεις πολύ καλά-υπάρχει και ειδικό σκεύος γκάτζετ γι'αυτό, που πραγματικά στοιχίζει ένα τίποτα και σου λύνει τα χέρια. Το νερό από το αστράγγιστο μαρούλι, χαλάει την υφή της σος, την αραιώνει και κλέβει όλη της τη νοστιμιά.
Η σαλάτα θέλει οπωσδήποτε αλάτι, εκτός από αυτό που θα βάλεις στη βινεγκρέτ. Διακριτικό αλλά το θέλει!

Μια πράσινη σαλάτα γίνεται αυστηρά τη στιγμή που όλοι έχουν καθίσει στο τραπέζι. Ποτέ πιο πριν. Οι βινεγκρέτ σκοτώνουν τη φρεσκάδα των ντελικάτων μαρουλιών, που μαραίνονται, πέφτουν και γίνονται σούπα όταν τα ποτίσεις από πριν.
Αν αυτό το «τελευταία στιγμή» σε αγχώνει, μπορείς από πριν να έχεις έτοιμα τα μαρούλια κομμένα σε πλαστική σακούλα στο ψυγείο, τη σος ξεχωριστά και με μια απλή κίνηση να συνθέσεις το αριστούργημα σε 1 λεπτό.

Βάζουμε, λοιπόν, τη σαλάτα στο μπολ, την αλατίζουμε και μετά, λίγη-λίγη προσθέτουμε τη σος. Ανακατεύουμε καλά με τα χέρια μας-μόνο αυτά ξέρουν να κάνουν καλά τη δουλειά-και προσθέτουμε μέχρι να δούμε ότι όλα τα φυλλαράκια διαθέτουν πάνω τους ένα λεπτό, διακριτικό στρώμα σος, η οποία δεν πρέπει να ξεχύνεται στον πάτο του πιάτου αλλά ούτε και να είναι τσιγκούνικη.
Δοκιμάζουμε τη νοστιμιά. Μπορεί να λείπει λίγο αλάτι, ελάχιστη ακόμη βινεγκρέτ που θα κάνει τη διαφορά.
*Οι πρασινάδες της νέας κουζίνας, είναι εφήμερες και δεν ζουν αιώνια. Ακόμη κι αν έφτιαξες την τέλεια τραγανή ολοζώντανη σαλάτα, μέχρι να σηκωθείς από το τραπέζι, θα έχει τελειώσει την καριέρα της. Γι'αυτό οι Γάλλοι, ως γνώστες αλλά και οικονόμοι, σερβίρουν μια διακριτική ποσότητα κι αν λείψει, σηκώνονται να ετοιμάσουν μια δεύτερη φουρνιά.

Η σος έχει τα δικά της

Η κλασική δόση μιας άψογης βινεγκρέτ, είναι το 1 προς 3. Μέτρα το ελεύθερα, με ό,τι θέλεις και ανάλογα πόσο μεγάλη είναι η σαλάτα σου. 1 μέρος ξύδι ή λεμόνι, 3 μέρη ελαιόλαδο.
Η πείρα μου έμαθε ότι η σος γίνεται νοστιμότερη αν μπλέξεις ξύδι και λεμόνι μαζί, στα ξινά υλικά.
1 κουταλάκι μουστάρδα και μισή σκελίδα σκόρδο θα δώσουν μια ευχάριστη ένταση στην κάθε σος.
Επίσης, 1 κ.γ. μέλι-και όχι όλο το βάζο-είναι ιδανική ποσότητα για 4 άτομα. Αντί για μέλι, μπορείς να βάλεις μια μαρμελάδα, πετιμέζι, σιρόπι αγαύης ή σιρόπι από γλυκό κουταλιού που σου περίσεψε στο βάζο.
Αν θέλεις τη σος πιο πλούσια, μπορείς να προσθέσεις και 1 κ.σ. γιαούρτι.
Μην ξεχάσεις το αλάτι.
Το χτύπημα στο μούλτι κάνει τη σος πιο κρεμώδη, πιο μαγιονεζοειδή.
Και το βασικότερο: δοκιμάζουμε! Για να γλυτώσουμε τις δυσάρεστες εκπλήξεις και να προσθέσουμε αυτό που λείπει. Ίσως, λίγο περισσότερο ξύδι (αφού όλα τα ξύδια δεν έχουν την ίδια ένταση), περισσότερη ή λιγότερη οξύτητα. Στη δεύτερη περίπτωση, θέλει παραπάνω λάδι.
Το αγουρέλαιο ή ένα πολύ αρωματικό ρουστίκ λάδι είναι υπέροχο στη χωριάτικη, στις σαλάτες με ψητά ή βραστά λαχανικά, στις καροτολαχανοσαλάτες. Στις πράσινες, αντίθετα, θέλουμε το πιο ελαφρύ, ουδέτερο λάδι που κυκλοφορεί στην αγορά.

Αγωνίζομαι.





Παλιότερα μου έλεγαν - γυναίκες κυρίως- πως δεν ξέρω τι θέλω. Δεν πολυνοιαζόμουν ν απαντήσω , μέσα μου ήξερα πως δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση.  Δεν υπήρχε όμως λόγος να εντοπίσω το θέλω μου και να το εκφράσω. Αγωνιζόμουν σαν την Τσέλσυ τότε, τα έδινα όλα στο κέντρο ελπίζοντας για το καλύτερο. Στο κάτω κάτω ακόμα και αν δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα, ήξερα σίγουρα τι δεν ήθελα. Δεν ήθελα να ήμουν κάποιος άλλος. Αρα  ήξερα και τι ήθελα. Ήθελα να είμαι εγώ, στην καλύτερη-για τις περιστασεις- εκδοχή μου.

Αν και καλοπερασάκιας  ποτέ μου δεν σκέφτηκα τα ίδια τα χρήματα μόνα τους σαν μέσον προσωπικής ευτυχίας και καταξίωσης, αντιθέτως τα κοροιδευα και λίγο. Για την ακρίβεια οχι αυτά τα ίδια και όσους τα είχαν, αλλα αντιθέτως αυτούς που δεν τα είχαν και τα  ζαχάρωναν σαν κάτι μοναδικό, πρώτο και τελευταίο μαζί στις επιδιώξεις τους. Επίσης δεν έβλεπα ποτέ την κοινωνική καταξίωση με καλό μάτι, κάτι μέσα της μου φαίνονταν διαβλητό, κάτι μέσα μου με απέτρεπε απ το να την πάρω στα σοβαρά. Δεν μού άρεσαν τα περισσότερα μέλη της κοινωνίας και αναρωτιόμουν γιατί θα πρέπει να μ ενδιαφέρει η γνώμη τους. Αυτό που λέμε κοινή γνώμη ο Σαιξπηρ φωτογράφιζε κάπου σαν "τέρας  δύσμορφο με αμμετρα κεφάλια".  Μου ταίριαξε αυτή η φράση από μικρός.  Με τρόμαζε πάντα ο όχλος χαλούσε την  αισθητική μου. Κάτι ακαθόριστο μου έλεγε να δίνω περισσότερο σημασία σε μένα και στις συναντήσεις μου με τους ανθρώπους που ήταν σαν και μένα. Αυτούς δηλαδή που έπαιζαν επίσης σαν την Τσέλσυ. Αυτούς που τα έδιναν όλα στο κέντρο ελπίζοντας για το καλύτερο.

Ο πρώτος μου δάσκαλος όταν πλήρωνε για τους μαθητές -συνεργάτες του ένα τραπέζι μεσημεριανό στο εστιατόριο "Κεντρικό" (δίπλα απ το άγαλμα του Κολοκοτρώνη)  έχωνε το χέρι του στην τσέπη έβγαζε όσα χαρτονομίσματα τσαλακωμένα είχε μέσα η τσέπη και τα έδινε στον σερβιτόρο για να ξεδιαλύνει εκείνος το μυστήριο. Ο σερβιτόρος τα ίσιωνε τα χώριζε τα μοίραζε κρατούσε όσα  αναλογούσαν στο γεύμα και του επέστρεψε τα υπόλοιπα. Ο δάσκαλος τα έπαιρνε στα χέρια του ρώταγε αν χρειάζεται κανείς μας τσιγάρα ή τίποτα τέτοια και αν δεν ήθελε  κανείς μας τίποτα  τα ξανάχωνε στην τσέπη του να τσαλακωθούν με την ησυχία τους. Δεν είχε πορτοφόλι. Μου άρεσε αυτή η σχέση του με τα λεφτά .  Η δουλεία του και οι σχέση του μαζί μας τον απασχολούσαν πολυ περισσότερο απο τις χρηματικές απολάβες του. Αγωνιούσε για τα  λεφτά σε σχέση με τις αναγκες της εκάστοτε παράστασης οχι σε σχέση με αυτόν. Μάλλον έπαιζε και αυτός σαν την Τσέλσυ.

Θυμάμαι όταν μαθητής ακόμα είπα την πρώτη μου φράση στο θέατρο έγινε σεισμός. Σεισμός οχι απ τα χειροκροτήματα, κανονικός σεισμός με βουητό και ρίχτερ. Έμεινα μόνος στο θέατρο, προφανώς από αγνοια κινδύνου και καμμία προηγούμενη εμπειρία από σεισμό. Βγήκα τελευταίος βουτηγμένος σε μαυρη γκαντεμια για την ατυχία μου που δεν πρόλαβα να πω ολόκληρη την  τιράντα*.
Ο κολλητός μου στην σχολή μου είπε πως εκείνος ήταν πάνω την ώρα του σεισμού και ο πρώτος που βγήκε απ το υπόγειο ήταν ο δασκαλος μας, μόνος του,  ένω όταν πριν λίγες ώρες είχε μπει υποβασταζόμενος. Του είπα οτι λεει μαλακίες επειδή δεν τον έβαλε να παίξει  στην παράσταση  και ποτέ μου δεν έκατσα να το διασταυρώσω.
 Θα ήταν λάθος να σκεφτεί κανείς πως δεν είχε μέσα του και  ένα είδος λογιστή-τεχνοκράτη γιατί είχε. Ολες  οι κινήσεις ήταν μετρημένες σοφά. Δεν μπορούσε να είναι αλλιώς γιατί κατάφερνε και πλήρωνε, λιτά δεν λέω, όλους όσους δουλευαμε γι αυτόν παρ΄ οτι μαθαίναμε απ αυτόν.

Τώρα πια δεν υπάρχει στον χώρο κάτι τέτοιο, η γνώση (συχνά υποτιθέμενη, καθαρά θεωρητική και σίγουρα με τα πολλά ερωτηματικά πωλείται σε μορφή σεμιναρίου. Παραδίδεται σε περγαμηνή -μην χέσω- παρακολούθησης (ήμουν κ εγώ εκεί) και χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε βιογραφικά. Είμαστε στην εποχή που οι ανθρωποι φτιάχνουν βιογραφικά μετά μανίας. Εκπαιδευονται συστηματικά έτσι ώστε να διδάξουν αργότερα άλλους αυτά που διδάχτηκαν - και που δυστυχώς δεν μπορούν από μόνα τους να παράγουν. Διδάσκονται τις δυνατότητες του αντικειμένου  αλλά οχι την χρήση του. Διδάσκεσαι να τροποποιήσεις το τίποτα και να το πουλήσεις για κάτι. Περιτυλιγματική θα ονόμαζα την μέθοδο.
Δεν έχει καμμία σχέση με τον τρόπο που αγωνίζεται η Τσέλσυ.

.................................


* τιραντα: Ενα μεγαλούτσικο κομάτι λόγου στο θέατρο που αποτελείται από 3-4 προτάσεις μαζεμένες και  δίνει το δικαίωμα στον εγωπαθή, πολύ νέο ή καμποτίνο ηθοποιό, να το ξεχειλώσει  παίρνοντας την προσοχή του κοινού κάτι δευτερόλεπτα παραπάνω. Εξ ου και η ονομασία τιράντα-- ελαστική.


υ.γ. Τσέλσυ = Αγγλικό ποδόσφαιρο. Το αγαπημένο μου.  Βροχή, χορτάρι, χώμα σώμα σ΄ενα, πολλά τακλιν και κορμιά να μάχονται στο κέντρο.  Για να πάρεις ένα μέτρο χώρο πρέπει να το θέλεις πολύ. Στα 70 λεπτά του αγώνα το παιχνίδι παίζεται  μεταξύ των δύο μεγάλων περιοχών.